Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

      WILLIAM  GEORGE  ALLUM


Εγνώρισα κάποια φορά σ' ένα καράβι ξένο 
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή 
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους 
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή. 

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχε ιστορία 
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί 
έλεγαν ότι κάποτες, απ' το λαιμό ως τα νύχια, 
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί. 

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα, 
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή 
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε 
με στίγματ' ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή... 

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχε αγαπήσει 
μ' άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή· 
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη 
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή. 

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του 
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά 
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε, 
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά. 

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια 
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές... 
Του κάκου· γνώριζεν αυτός - καθώς το ξέρουμ' όλοι - 
ότι του Αννάμ τα στίγματα δε βγαίνουνε ποτές... 

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky, 
μ' ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί. 
Ο πλοίαρχος είπε: "θέλησε το στίγμα του να σβήσει" 
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.




                                       ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
            ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ

Σαν να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη.
Σαν να μένουμε ακόμα στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω κι ούτε μια μαρμαρυγή.
άνθρωποι στων άλλων τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό
ανδρείκελα στης μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα, κοιτώντας παθητικά τ' αστέρια.

Μακρινή τώρα είναι για μας η κάθε χαρά.
Η ελπίδα και η νιότη έννοια αφηρημένη.
άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε
παρά ο όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός
κι άμα δεν ήταν η βαθιά λύπη μες στο σώμα
κι άμα δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός πόνος μας
να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα.


                                 
                                         ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ