Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012


Φιλανθρωπία άνευ διδασκάλου  

Του Θανάση Χειμωνά

Γνωρίζετε φίλοι μου το νέο χόμπι του νεοέλληνα; Φωτογράφιση αστέγων! Πώς παλιότερα κάποιοι μάζευαν σπιρτόκουτα; Πώς υπήρχαν οι φιλοτελιστές; Ετσι σήμερα ένα σεβαστό κομμάτι των συμπατριωτών μας ξεχύνεται στους δρόμους των ελληνικών πόλεων προς αναζήτηση της φτωχολογιάς. Η διαδικασία είναι απλούστατη. Μόλις εντοπιστεί ο άστεγος, ο χομπίστας βγάζει την κινητούμπα του και τον φωτογραφίζει. Εν συνεχεία, ανεβάζει θριαμβευτικά τη φωτό στο Ιντερνετ, συνοδεία δακρύβρεχτων σχολίων.
Αν πάλι βαριέστε (ή φοβάστε ή σιχαίνεστε) να τρέχετε στις λεγόμενες «δύσκολες» συνοικίες, no problemo! Βάζετε στο Google τη λέξη «homeless» και αμέσως έχετε μπροστά σας ατελείωτες «γκαλερί» φωτογραφιών απ' όλες τις πόλεις του κόσμου. Ποστάρετε μία από αυτές (καλό θα είναι να μη φαίνεται πίσω από τον άστεγο o Πύργος του Αϊφελ ή το Μπιγκ Μπεν) στο facebook και λέτε πως πάρθηκε πριν από λίγη ώρα στην Ομόνοια.
Μιλάμε για ΤΟ σούπερ χόμπι. Ξεκούραστο, διασκεδαστικό και - προπαντός - τζάμπα! Πιστεύω πως το επόμενο βήμα θα είναι να βγουν χαρτάκια με αστέγους. Θα μπορείς να ανταλλάσσεις τον Πακιστανό της Πλατείας Θεάτρου με τον έλληνα «νεοάστεγο» της Πειραιώς. Οταν δε θα συμπληρώνεις τη σελίδα της Πλατείας Βικτωρίας θα κερδίζεις πλούσια δώρα όπως «μίξερ αληθινό» ή «λούτρινο κουκλάκι».
Εδώ θα μπορούσε κανείς να πει πως αυτή η αλλοπρόσαλλη «μόδα» θα μπορούσε να κινητοποιήσει κάποιους ανθρώπους. Χλωμό το βλέπω. Αυτοί που νοιάζονται, αυτοί που θέλουν πραγματικά να βοηθήσουν τους αστέγους το κάνουν (όπως το έκαναν και τα προηγούμενα χρόνια) μακριά από το φως της δημοσιότητας. Από κει και πέρα θα μιλήσω εκ προσωπικής πείρας. Πριν από λίγες ημέρες πήγα με τον Ηλεκτρικό από την Ομόνοια στο Φάληρο. Μπήκαν στο τρένο τρεις άστεγοι ζητώντας χρήματα. Κανείς δεν τους έδωσε δεκάρα τσακιστή. Τουλάχιστον δεν τους φωτογράφισαν...

                                                                                                                                       

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Τετραγωνισμενα φυλλα (Γιωργος Τσιγκος)




Τετραγωνισμένα Φύλλα
Τετραγωνισμένα φύλλα
φύλλα πουλημένης έκφρασης
φιγουράρουν αποβλακωτικά
πίσω από πάγκους
με χυμένα σκουπίδια
Έγινε το rock στίβες αποτσίγαρων
από πελάτες pub
που τραβολογιούνται
από χιλιοτυπωμένες φάτσες
λόγια και παραγγελιές
για κανάλια φυγής
Ταβέρνα , καφετέρια , pub
στρατόπεδο , σπίτι
Πάλι απ` την αρχή.
Κόλλησαν όλα στο μυαλό μου
σαν χυμένοι καφέδες
ξεραμένοι στα ίδια
λουστραρισμένα τραπεζάκια.
Έμποροι μεταπουλούν
την ευχαρίστηση
με δόσεις άφιλτρων χειμάρων κοροϊδίας
σ' αντάλλαγμα χρυσάφι
και πιοτό για παραλλαγή
Ο χοντρός με την κοιλιά
με λιγουρεύεται
πίσω απ` τον πάγκο
ασθμαίνοντας μια ανάγκη μου
κολλημένο κατοστλαρικο
στη γυαλιστερή καράφλα του.
Ένα τσιγαράκι ρε φίλε.
Ένα τσιγάρο ακόμη.
Να το κόψω.
Να κόψω τον πονοκέφαλο
που τσεκουρώνει ύπουλα
το κανάλι των σπερμάτων.
Φαντάρια με μπλουζάκια
παρελθοντολογικών νοήσεων
μηρυκάζουν χαμένες ανάσες
μέσα σε στενά μπλού-τζιν
που ξεβάφουν
αίμα και θειάφι.

Ξεράσματα ποτάσας
ζητούν κατοικία
ζάχαρες λύτρωσης
μιλώντας για κόσμους
γαλήνιους , μπατσοφορεμένους
με περιπολικά
σε περιπολίες στα στέκια
που αλήτες αλλάζουν
την πορεία στο αίμα τους.

Να θυμηθείς να παραβγούμε
στο τρέξιμο
σε μια έρημη αμμουδιά
με πεθαμένα κοχύλια,
να ξεφυσίσουμε
νικοτίνη και σιχαμάρα
στα σπλάχνα τους
να τα θάψουμε βαθιά
να ουρλιάξουμε
ματώνοντας το λαιμό μας
για όλα τα χαμένα βράδια μας
Νεκροκεφαλές σε μηχανάκια
ψάχνουν σάρκα
απ` τη σάρκα μας.
Ξεράθηκαν τα χείλη μας
μιλώντας για τα ίδια
και τα ίδια
και σύ κοριτσάκι
να μην έχεις καταλάβει τίποτα
Πάντα να φεύγεις
ξεπουλώντας , αυνανίζοντας
όλα τα βράδια που σου χάρισα
με το κορμί μου , με τα χέιλη μου
σ` όλες τις μασημένες σεμνότητες
των ιριδικών καταπιέσεων.
Να σε σεριανίσω σ`όλους τους τάφους
που λυτρώθηκαν
φτωχοί αυτόχειρες
στρατιώτες εικοσάχρονοι
με μελανιασμένες κατανοήσεις.
     Η Ωρα Του Stuff

Κίτρινο το σούρουπο η ώρα έξι και μισή
πες μου κάτι μίλησε δεν αντέχω στη σιωπή
κλείσε το παράθυρο, τρέμω και το σκέπασμα βαρύ
τούτη η πόλη γίνηκε ανυπόφορη πληγή

"Δες βραδιάζει, μη μιλάς
μον' έλα λίγο πιο κοντά"

Ξέρω πως ανάσκελα θα μας βρούνε ένα πρωί
σέρνοντας στο βλέμμα μας κάποια σιωπηλή κραυγή
άδειο θαν' το πρόσωπο κι η ματιά τους αδειανή
με έναν αργό θάνατο να μας λειώνει το κορμί

"Μη φοβάσαι σβήσ' το φως
δεν υπάρχει πού, πότε και πώς"

"Πριν τελειώσει η νύχτα αυτή
πριν μας έβρει το πρωί"

Πες μου αν μ' αγάπησες όσο ο ήλιος την αυγή
όσο ο γκρίζος ουρανός κάποιας άνοιξης βροχή
αν τον φόβο μου έβλεπες πίσω από κάθε μου φιλί
πες μου αν μ' αγάπησες όσο η νύχτα την σιωπή



ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

      WILLIAM  GEORGE  ALLUM


Εγνώρισα κάποια φορά σ' ένα καράβι ξένο 
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή 
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους 
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή. 

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχε ιστορία 
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί 
έλεγαν ότι κάποτες, απ' το λαιμό ως τα νύχια, 
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί. 

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα, 
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή 
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε 
με στίγματ' ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή... 

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχε αγαπήσει 
μ' άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή· 
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη 
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή. 

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του 
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά 
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε, 
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά. 

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια 
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές... 
Του κάκου· γνώριζεν αυτός - καθώς το ξέρουμ' όλοι - 
ότι του Αννάμ τα στίγματα δε βγαίνουνε ποτές... 

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky, 
μ' ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί. 
Ο πλοίαρχος είπε: "θέλησε το στίγμα του να σβήσει" 
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.




                                       ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
            ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ

Σαν να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη.
Σαν να μένουμε ακόμα στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω κι ούτε μια μαρμαρυγή.
άνθρωποι στων άλλων τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό
ανδρείκελα στης μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα, κοιτώντας παθητικά τ' αστέρια.

Μακρινή τώρα είναι για μας η κάθε χαρά.
Η ελπίδα και η νιότη έννοια αφηρημένη.
άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε
παρά ο όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός
κι άμα δεν ήταν η βαθιά λύπη μες στο σώμα
κι άμα δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός πόνος μας
να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα.


                                 
                                         ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ